Sportswashing: πώς τα κράτη αγοράζουν εικόνα μέσω του αθλητισμού
Από το Βερολίνο του 1936 ως τη Newcastle και το LIV Golf, το sportswashing έγινε χαρτοφυλάκιο με δική του λογιστική. Τι σημαίνει ο όρος, πού σταματά η κριτική και τι σημαίνει για την Ελλάδα.
Φωτογραφία: Unsplash
Η Σαουδική Αραβία έχει διαθέσει στον αθλητισμό από το 2016 ποσά που αναλυτές εκτιμούν έως και στα $51 δισ., και αυτή η κλίμακα έκανε το sportswashing, τη χρήση του αθλητισμού για τη βελτίωση της εικόνας ενός κράτους, από ακαδημαϊκό όρο σε ζήτημα που αγγίζει λίγκες, ομοσπονδίες και χορηγούς. Το φαινόμενο δεν είναι νέο, από το Βερολίνο του 1936 ως την Αργεντινή του 1978. Νέα είναι η μετατροπή του σε χαρτοφυλάκιο επενδύσεων με δική του λογιστική και, από το 2026, με όρια.

Sportswashing: τι σημαίνει ο όρος
Ο όρος sportswashing μπήκε στο δημόσιο λεξιλόγιο γύρω στο 2015, όταν το Αζερμπαϊτζάν φιλοξένησε τους πρώτους Ευρωπαϊκούς Αγώνες, και καθιερώθηκε με το Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ. Περιγράφει την πρακτική ενός κράτους, ή ενός οργανισμού που ελέγχει, να χρησιμοποιεί τη φιλοξενία διοργανώσεων, την ιδιοκτησία συλλόγων και τις χορηγίες ώστε να αποσπάσει την προσοχή από επικρίσεις για ανθρώπινα δικαιώματα ή διακυβέρνηση και να χτίσει θετικό αποτύπωμα στο εξωτερικό. Είναι μια μορφή soft power, της ήπιας ισχύος που κερδίζει επιρροή μέσω έλξης και όχι μέσω πίεσης.
Η ιστορική γενεαλογία είναι μακριά. Η ναζιστική Γερμανία χρησιμοποίησε τους Ολυμπιακούς του 1936 για να προβάλει εικόνα τάξης και ειρήνης. Η στρατιωτική χούντα της Αργεντινής φιλοξένησε το Μουντιάλ του 1978 ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπολογίζουν σε 30.000 τους εξαφανισμένους της περιόδου. Η Σοβιετική Ένωση και η Ανατολική Γερμανία έκαναν τα μετάλλια απόδειξη πολιτικής υπεροχής. Η διαφορά σήμερα είναι ότι το εργαλείο δεν είναι πια μια διοργάνωση ανά δεκαετία, αλλά συνεχής παρουσία μέσα στην ίδια την αγορά του αθλητισμού.
Το μοντέλο του Κόλπου
Το Κατάρ άνοιξε τον δρόμο. Η Qatar Sports Investments απέκτησε την PSG το 2011, το δίκτυο beIN Sports έγινε από τους μεγαλύτερους αγοραστές τηλεοπτικών δικαιωμάτων στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, και το Μουντιάλ του 2022 συνοδεύτηκε από επενδύσεις σε υποδομές που συχνά εκτιμώνται κοντά στα $220 δισ., με το μεγαλύτερο μέρος σε μετρό, δρόμους και ξενοδοχεία. Το Αμπού Ντάμπι ακολούθησε άλλη διαδρομή, μέσω της εξαγοράς της Manchester City το 2008, που αποτέλεσε τον πυρήνα του City Football Group, του μεγαλύτερου ομίλου πολλαπλής ιδιοκτησίας συλλόγων στον κόσμο.
Η Σαουδική Αραβία ήρθε αργότερα και με μεγαλύτερη ορμή. Το Public Investment Fund (PIF), με ενεργητικό γύρω στα $925 δισ., αγόρασε τη Newcastle United τον Οκτώβριο του 2021 για £305 εκατ. και ανέβασε το ποσοστό του στο 85% το 2024. Χρηματοδότησε το LIV Golf με πάνω από $5 δισ., ανέλαβε το 75% των Al-Hilal, Al-Nassr, Al-Ittihad και Al-Ahli το 2023 και έφερε στη Saudi Pro League τον Cristiano Ronaldo, τον Karim Benzema και τον Neymar.
Έρευνα του Play the Game, του Danish Institute for Sport Studies, κατέγραψε ήδη από το 2023 τουλάχιστον 312 χορηγικές συμφωνίες σαουδαραβικών φορέων σε 21 αθλήματα, οι 139 από τις οποίες συνδέονταν με το PIF. Ο Guardian είχε μετρήσει περίπου $6,3 δισ. σε αθλητικά deals από το 2021 έως το 2023, και η μεγαλύτερη εκτίμηση των $51 δισ. από το 2016 προέρχεται από αναλυτές και όχι από ελεγμένα στοιχεία, αφού το PIF δεν δημοσιεύει συνολικό λογαριασμό.
Η λογική πέρα από το πλύσιμο
Η πιο συνηθισμένη αδυναμία της συζήτησης είναι ότι αντιμετωπίζει κάθε επένδυση ως καθαρή επικοινωνία. Η σαουδαραβική στρατηγική εξυπηρετεί συγκεκριμένους στόχους του σχεδίου Vision 2030: τον τουρισμό, με στόχο 150 εκατ. επισκέψεις τον χρόνο ως το 2030, τη δημιουργία εγχώριας βιομηχανίας ψυχαγωγίας για έναν από τους νεότερους πληθυσμούς της περιοχής, και τη διαφοροποίηση της οικονομίας από το πετρέλαιο. Η εικόνα στο εξωτερικό είναι μέρος του σχεδίου, αλλά όχι ο μόνος λόγος ύπαρξής του.
Γι’ αυτό η αλλαγή του 2026 είναι αποκαλυπτική. Η στρατηγική του PIF για την περίοδο 2026-30 δεν περιλαμβάνει πλέον τον αθλητισμό στις προτεραιότητες, και στις 30 Απριλίου το fund ανακοίνωσε ότι θα χρηματοδοτήσει το LIV μόνο ως το τέλος της σεζόν, μετά από σωρευτικές ζημιές της βρετανικής οντότητας γύρω στο $1,4 δισ.
Την ίδια ώρα κράτησε τη Newcastle, που έφτασε σε ρεκόρ εσόδων £335,3 εκατ. το οικονομικό έτος 2025 και κατέκτησε το League Cup τον Μάρτιο του 2025, τον πρώτο εγχώριο τίτλο της σε 70 χρόνια. Το κράτος κρατά ό,τι αποδίδει και αφήνει ό,τι χάνει, όπως κάθε επενδυτής. Αυτό δυσκολεύει την ανάγνωση του sportswashing ως αποκλειστικά πολιτικής πράξης χωρίς οικονομικό κριτήριο.
Οι γκρίζες ζώνες της κριτικής
Η κριτική έχει και αδύναμα σημεία, που οι υποστηρικτές των επενδύσεων χρησιμοποιούν συστηματικά. Το πρώτο είναι η επιλεκτικότητα. Ο όρος εφαρμόζεται κυρίως σε κράτη εκτός Δύσης, ενώ αμερικανικοί και ευρωπαϊκοί όμιλοι με δικά τους ζητήματα σπάνια περιγράφονται με τον ίδιο τρόπο. Το δεύτερο είναι η μεταρρύθμιση υπό πίεση: το Κατάρ, υπό το διεθνές βλέμμα που έφερε το Μουντιάλ, θέσπισε το 2020 ελάχιστο μισθό και κατήργησε την υποχρέωση άδειας του εργοδότη για αλλαγή εργασίας, βασικά στοιχεία του συστήματος kafala, του καθεστώτος χορηγίας εργαζομένων. Οργανώσεις όπως η Amnesty International επιμένουν ότι η εφαρμογή έμεινε ελλιπής, αλλά οι αλλαγές δεν θα είχαν γίνει χωρίς τη διοργάνωση.
Το τρίτο σημείο αφορά τους παραλήπτες. Σύμφωνα με την ανάλυση του Council on Foreign Relations, η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τα κράτη που επενδύουν, αλλά και τις λίγκες, τις ομοσπονδίες και τους χορηγούς που δέχονται τα κεφάλαια χωρίς όρους διαφάνειας. Η FIFA ανέθεσε το Μουντιάλ του 2034 στη Σαουδική Αραβία χωρίς αντίπαλη υποψηφιότητα, ενώ η Aramco είναι παγκόσμιος εταίρος της ομοσπονδίας σε συμφωνία που υπολογίζεται γύρω στα $600 εκατ. Πώς αυτά τα έσοδα τροφοδοτούν το οικονομικό μοντέλο της FIFA το εξηγούμε στο κείμενο για το πώς βγάζει χρήματα η FIFA από το Μουντιάλ.
Οι κανόνες που φτάνουν και αυτοί που δεν φτάνουν
Οι ρυθμιστικές αρχές του αθλητισμού έχουν εργαλεία μόνο για ένα μέρος του φαινομένου. Η Premier League εφαρμόζει τεστ καταλληλόλητας ιδιοκτητών και κανόνες για συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη, ώστε μια χορηγία από εταιρεία του ίδιου ομίλου να αποτιμάται στην αγοραία αξία της και όχι σε φουσκωμένη τιμή. Η UEFA ελέγχει τις δαπάνες με τον κανόνα του κόστους ρόστερ και την πολλαπλή ιδιοκτησία με κανόνες ανεξαρτησίας, όπως εξηγούμε στο κείμενο για το multi-club ownership και την UEFA. Κανένας από αυτούς τους κανόνες όμως δεν εξετάζει την πηγή του κεφαλαίου ως πολιτικό ζήτημα. Ελέγχουν αν τα νούμερα είναι σωστά, όχι ποιος πληρώνει και για ποιο λόγο.
Η ελληνική πλευρά
Η Ελλάδα δεν είναι θεατής. Το EuroLeague Final Four του 2025 έγινε στο Αμπού Ντάμπι, με τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό ανάμεσα στις τέσσερις ομάδες, και από τη σεζόν 2025-26 η Dubai Basketball αγωνίζεται στη διοργάνωση. Για τη EuroLeague, τα κεφάλαια του Κόλπου είναι πηγή εσόδων σε μια περίοδο που διαπραγματεύεται το μέλλον της απέναντι στο σχέδιο NBA Europe, όπως αναλύσαμε στο κείμενο για τα franchises της EuroLeague. Για τους ελληνικούς συλλόγους, που ζουν με προϋπολογισμούς μικρότερους από μία μόνο σαουδαραβική μεταγραφή, η πρόσβαση σε τέτοια κεφάλαια μέσω χορηγιών ή φιλικών τουρνουά είναι δύσκολο να απορριφθεί.
Το ερώτημα για την ελληνική αγορά δεν είναι ηθικό αλλά πρακτικό: με ποιους όρους μπαίνει ένα κρατικό κεφάλαιο σε ένα πρωτάθλημα ή σε έναν σύλλογο, και τι γίνεται όταν η στρατηγική του αλλάξει. Η ιστορία του LIV έδειξε ότι το κράτος-επενδυτής μπορεί να αποχωρήσει μέσα σε μία ανακοίνωση. Όποιος σχεδιάζει με βάση αυτά τα χρήματα πρέπει να ξέρει ότι η προτεραιότητα του χρηματοδότη είναι η δική του εικόνα και τα δικά του νούμερα, όχι η επιβίωση του αποδέκτη.
Εντοπίσατε σφάλμα ή ανακρίβεια; Στείλτε μας email στο corrections@thescope.gr ή επισκεφτείτε τη σελίδα μας για Διορθώσεις & Πολιτική Ακρίβειας.